Μενού

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΓΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ - ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΕΖΝΕΠΙΔΗ

Σ ένα σπιτάκι ταπεινό

κατέβηκαν αγγέλοι

ευλόγησαν και φώτησε

υπέρλαμπρο αστέρι

 

Χαρμόσυνα αντήχησαν

ψαλμοί δοξολογίες

και τα πτηνά εσίγησαν

στις θείες μελωδίες.

 

Φέραν τον άγιο καρπό

του γένους μέγα οδηγό

ψυχή και σώμα στο λαό

πιστοί για πάντα στο Χριστό.

 

Πάντα τα έργα του αγνά

απ τη χρυσή του την καρδιά

έδινε σ 'αλλους την υγειά

και σ΄αλλους την παρηγοριά

 

Τα θαύματα του είναι πολλά

σωσμένες και ψυχούλες

άσβηστο φως η προσφορά

αστείρευτες πηγούλες

 

Με πάθος κι αφοσίωση

στο έργο του Υψίστου

παράδειγμα για ολους μας

ο τρόπος της ζωής του.

 

Αιώνιε κι αθάνατε

πατέρα λατρεμένε

Άγιε μου Παίσιε

στη Τέρα δοξασμένε.

 

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Δέκα χρονών στην προσφυγιά

δεντρί ξεριζωμένο

από της πόλης τα καλά

στη λάσπη πεταμένο.

 

Το κρύο ως το κόκαλο

η πείνα να θερίζει

και συ πουλάκι στο χιονιά

κεράκι π' αργοσβήνει.

 

Περνούσες χρόνια δύστυχα

μα είχες το κουράγιο

για μια καλύτερη ζωή

με τόλμη και με θάρρος.

 

Είμαι περήφανη για σε

πατέρα αγαπημένε

Γιώργο γλυκό μου όνομα

καμάρι! Λατρεμένε!

 

Παρότι έφυγες νωρίς

το ξέρω ότι με βλέπεις

από ψηλά και χαίρεσαι

την κόρη σου προσέχεις.

 

Τιμή μου που μ' ενσάρκωσες

κι έντυσες την ψυχή μου

κι απ' το φανάρι να κρατώ

που 'ναι η καταγωγή μου.

 

Στα μέρη τα αλησμόνητα

ήρθα να προσκυνήσω

και μ’ ευλάβεια πολύ

το χώμα να φιλήσω.

 

Στους δρόμους που περπάτησες

πατώ τα ίδια αχνάρια

εικόνες που ελάτρεψες

κοιτώ με περηφάνια.

 

Αγιά Σοφιά και πρίγκιπο

στο Βόσπορο, Τατάβλα

άφησα την ψυχούλα μου

γύρισα στην Ελλάδα.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΓΙΟ ΜΟΥ

Πριν να σε δώ σ’ έχασα
αγέννητο μου αγόρι
μ’ αυτό δεν το ξεπέρασα
και ας περάσαν χρόνοι

Μα πως μπορεί τέτοια πληγή
να πάψει να ματώνει
τέτοια ανάμνηση φρικτή
με καίει με στοιχειώνει

Αναρωτιέμαι με καημό
αυτή η ψυχή που πήγε
βρήκε μια μάνα; και πού ζει
ή γυρισμό δεν είχε

Πρώτος μου γιός μα δυστυχώς
το πεπρωμένο ορίζει
πάντα να ζω  χωρίς βλαστό
πόνο η καρδιά που κρύβει

Κι όταν τυχαία συναντώ
λεβέντη της γεννιά σου
νοιώθω σαν μάνα και ριγώ
μου λείπει η αγκαλιά σου.

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ

 

Στη χώρα που γεννήθηκα

μεγάλωσαν ζωγράφοι

συνθέτες, λόγιοι, ποιητές

αγωνιστές μεγάλοι.

 

Η φύση γενναιόδωρα

της χάρισε τα πλούτη

μαύρος χρυσός και κίτρινος

για πάντα θα τη λούζει.

 

Αυτό την καταδίκασε 

στον εικοστό αιώνα

και η ποινή, εκτέλεση      

με πύραυλο και βόμβα.

 

Καταραμένος πλουτισμός     

όταν θεοποιείται    

σπέρνει παντού τον πανικό  

κι ο χάρος αιωρείται.

 

Στη χώρα πια. Ερείπια   

κόκκινο τ' άγιο χώμα 

κι όσοι επέζησαν, νεκροί     

δε θάφτηκαν ακόμα.

 

 

ΣΤΗΝ ΗΡΩ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

 

Στα χρόνια τα δεκαεφτά   

μου τέλειωσε το νήμα    

μικρό κουβάρι έφτιαξε    

η μοίρα μου, τι κρίμα!

 

Κάνε μου απόψε συντροφιά    

φίλε μου στο κελί μου     

γίνε γλυκιά παρηγοριά   

διώξε τη συντριβή μου.

 

Τη τελευταία μου βραδιά

δε θέλω να 'μαι μόνη

είναι πιο μαύρη η ερημιά

ο χάρος σαν ζυγώνει.

 

Αύριο στο απόσπασμα    

και μόλις βγει ο ήλιος   

θα λευτερώσουν μια ψυχή       

μ’ εκτέλεση στο στήθος.

 

Μα κι αν θα πέσει το κορμί   

στο χώμα ματωμένο     

δίνω παράδειγμα τιμής!   

στην Κρήτη ως τον Έβρο.

ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ

 

Ο πόνος σου περίσσεψε 

φίλε, πότε θα πάψεις   

ν' αδικείς το διπλανό     

τη λύτρωση για να βρεις.

 

Βουλιάζεις μες τα βάσανα   

σε λάθος δρόμο ψάχνεις   

καταναλώνεις αγαθά    

μα τι χαρά, δε φτάνεις.

 

Κάποιοι σου είπαν πως μπορείς 

να βρεις την ευτυχία   

με τα λεφτά, τα κοσμικά    

σε γέλασαν! τι κρίμα!

 

Πολλά σου δείχνουν, τα πουλούν    

εσύ μην αγοράζεις    

δεν σου χρειάζονται πολλά    

φίλε, για να υπάρχεις.

 

Γύρνα στις ρίζες σου ξανά    

πάρε χαρά απ΄ τη φύση   

βάλε αγάπη στην καρδιά   

έτσι η ζωή αξίζει.

ΚΑΠΟΤΕ

 

Κάποτε νοιαζόμασταν    

τι κάνει ο αδελφός μας   

άλλοτε ρωτούσαμε   

ποιος είναι ο διπλανός μας.

 

Με δυο ελιές λίγο κρασί    

και άρχιζε το γλέντι   

αγάπη και φιλότιμο   

πιασμένα χέρι – χέρι.

 

Μα πως αλλάζουν οι καιροί   

τώρα δεν νοιάζεται κανείς     

αν ζεις ή αν πεθαίνεις.

 

Αγάπη ψάχνεις που να βρεις  

μόνο φιλιά της ηδονής   

κι ο έρωτας άνοιξε φτερά  

για να μας φτύνει από ψηλά.

Η ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ

 

Στο μέτωπο οι ρυτίδες τους   

σοφία μαρτυράνε  

το κουρασμένο σώμα τους   

τα χρόνια το γερνάνε.

 

Τι κρίμα που ‘ναι κι άδικο    

να ‘'χουν φυλακισμένη   

τη νιότη μέσα στη ψυχή   

και να ΄ναι γερασμένοι.

 

Γιατί το σώμα είναι φθαρτό 

με λήξη προθεσμίας   

ενώ η ψυχή μας άφθαρτη   

αιώνια και θεία.

 

Γι'’ αυτό λοιπόν μην κρίνουμε 

την τρίτη ηλικία   

μόνο να τους στηρίζουμε   

να παίρνουμε σοφία.

ΜΙΑ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

 

Κάθε μέρα ο κοσμάκης  

τρέχει για υπογραφές  

να του βάλουνε σ' αιτήσεις   

έγγραφα κι επιταγές.

 

Τόνοι χάρτου στ' αρχεία   

με φακέλους φουσκωτούς    

και η γραφειοκρατία    

ταλανίζει τους πολλούς.

 

Οι οποίοι απλώς γράφουν   

βάζουν μια μονογραφή   

μα υπάρχουνε κι οι άλλοι   

που θα κρίνουν για ζωή.

 

Είναι η μάνα που ο γιος της     

δε μπορεί πια να σωθεί      

και θα πρέπει να υπογράψει     

το οξυγόνο να κλειστεί.

 

Ειν’ του κόσμου οι μεγάλοι   

οι απάνθρωποι, οι φαύλοι      

που υπογράφουν και διατάζουν  

οι λαοί μας να ρημάζουν.

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΓΩΝΑΣ

 

Δίχως θυσία, στέρηση      

τίποτα δεν κερδίζεις     

δε σου χαρίζεται η ζωή 

και πάψε να ελπίζεις.

 

Πως θ' αποκτήσεις τα λεφτά    

γρήγορα χωρίς κόπο     

με τα τερτίπια της καρδιάς    

θα παίξεις χωρίς πόνο.

 

Πως θ’ αποκτήσεις δόξα     

χωρίς συμβιβασμό    

και πως χωρίς το σπρώξιμο       

θ’ ανέβεις στο βουνό.

 

Γι' αυτό προετοιμάσου   

αν θέλεις κορυφή  

μάθε να ξεσκονίζεις   

να ‘ναι κι η μέση σου σκυφτή.

ΕΚΚΛΗΣΗ

 

Έκκληση κάνω στους θνητούς 

και της ζωής περαστικούς  

να σκύψουν μέσα στη ψυχή   

να δουν τη λάμψη απ’ την πηγή.

 

Να πουν οι μάνες στα παιδιά     

ας είν’ ακόμα και μικρά  

πόσο σκληρά είναι και βαριά      

τα βάσανά μας τα πικρά.

 

Μη τα πλανάνε με ψευτιές  

για καλό κόσμο και χαρές    

αλλά πως ζουν υποκριτές    

και γύρω εκμεταλλευτές.

 

Παντού παγίδες ανοιχτές  

στημένες τα προσμένουν    

κι οι λύκοι με τις φορεσιές      

ανθρώπους παρασταίνουν.

 

Κι όσοι εγκατέλειψαν παιδιά     

μέσα στο ίδρυμα ορφανά     

ας βρουν κουράγιο και καρδιά     

για να τα πάρουνε ξανά.

 

Και αυτοί που έχουνε γονείς    

στα ευγηρίας και Καπή      

ας βρουν γι' αυτούς λίγη στοργή   

γιατί η σειρά τους δεν αργεί.

ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΖΩΗΣ

 

Χτίσε ένα οικοδόμημα     

θεμέλιο ν’ αντέχει    

σ’ όλες τις μπόρες της ζωής

όταν σε κατατρέχει.

 

Βάλε κολώνες ανθρωπιάς   

και πλάκα την καρδιά σου   

αντί για σίδερο ψυχή     

σκέπη την αγκαλιά σου.

 

Φωλιές να φτιάχνουν τα πουλιά  

πάνω στα κεραμίδια    

και η αγάπη να κρατά 

στα βάσανα ασπίδα.

 

Στον πρώτο, ζήσε ταπεινά    

στον δεύτερο, με θάρρος   

τρίτο μ’ αξιοπρέπεια     

και σεβασμό στον άλλον.

 

Αυτά παιδί μου, σαν αρχή     

στη μάταιη ζωή σου     

μόνο έτσι αξίζει για να ζεις    

τα λόγια μου θυμήσου.

ΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ

 

Πάνω στις σύριγγες βάδισα    

στο κέντρο της Αθήνας  

έβλεπα νέους καταγής      

αλίμονο! τι κρίμα!

 

Αιχμάλωτοι στο κόσμο τους    

και καταδικασμένοι   

δίχως παρόν και αύριο     

το τέλος συντομεύει.

 

Σκελετωμένα τα κορμιά    

μπλε κύκλοι στα δυο μάτια    

νεκρό το πνεύμα κι η καρδιά    

καλπάζουν στα ουράνια.

 

Πώς να γλιτώσετε παιδιά   

ποιος να σας συγκρατήσει     

ειν’ εντολή από ψηλά     

για να σας αφανίσει.

ΒΡΕΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

 

Ξενύχτησε στον ασθενή

στου πόνου το κρεβάτι

κι ύστερα σκέψου αν μπορείς

πως η υγειά δε φτάνει.

 

Συνόδευσε μια ώρα έναν τυφλό

κοίτα τι πλούτη! έχει το φως

μη λες πως είσαι πια φτωχός

πες μόνο, Δόξα τω Θεώ!

 

Ζήσε δυο μέρες σε κελί

δεσμώτης μες τη φυλακή

τότε θα πάψεις να θρηνείς

για καταπίεση της ζωής.

 

Άνοιξε λάκκο μες τη γη

ξάπλωσε λίγο για να δεις

έτσι μια πρόβα δηλαδή

πως θα ‘ναι όταν φύγεις.

 

Και πες μου όταν ξαναβγείς

αν θα χεις μίσος στη ψυχή

ανάγκη φήμης και δραχμής

με τόσο πάθος και πυγμή.

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

 

Σήμερα είπαν στις ειδήσεις  

πως μια ομάδα χριστιανών   

καλών και τίμιων πολιτών   

θα δώσουνε τη λύση.

 

Τα ορφανά θα ‘’χουν γονείς    

με πείνα δεν θα ζούμε   

κι οι δύστυχοι ναρκομανείς     

τη γιατρειά θα δούνε.

 

Ωδεία μες της φυλακές 

οι φύλακες μαέστροι     

για να διδάσκουν μουσικές     

και μελωδίες απαλές.

 

Δεν πίστευα όσα άκουγα     

θα έχω παραισθήσεις     

και τότε ακούστηκε η φωνή  

είν’ ώρα να ξυπνήσεις!

ΔΕΝ ΑΓΑΠΑΜΕ ΠΙΑ

 

Ποιος το περίμενε αυτό     

ο κόσμος να αλλάξει     

να γίνει τόσο υλιστής    

την ανθρωπιά να χάσει.

 

Κι όσο πλουτίζει πιο σκληρός    

να γίνεται στο πόνο    

αδιάφορος στο διπλανό   

με το εγώ του μόνο.

 

Είναι τα άνθη πλαστικά  

κι εμπόριο η αγάπη   

δεν κλαίει αγόρι στη γωνιά      

κι η κόρη στο περβάζι.

 

Μονάχα τότε στις αυλές    

στα φτωχικά δρομάκια     

στα ρούχα οι μπαλωματιές         

μα ο έρωτας στη στράτα.

 

Γιατί γκρεμίσαμε, γιατί!        

τον πύργο της αγάπης   

και προσκυνήσαμε χρυσό    

μ’ ευλάβεια μεγάλη.

 

Τώρα γεμίσαν οι κοιλιές     

μα ζούμε στη μιζέρια      

κι οι παγωμένες οι καρδιές     

νεκρά είναι περιστέρια.

Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΑ

 

Σκέψου λίγο τη ζωή σου   

για ένα διάστημα μικρό    

δίχως χρώμα και λουλούδια    

μουσική γλυκό χορό.

 

Ουρανό χωρίς αστέρια     

και φεγγάρι λαμπερό   

να γεμίζει και ν’ αδειάζει    

να περνά μαγευτικό.

 

Για φαντάσου δίχως δέντρα   

τα βουνά και τις πλαγιές       

δίχως γλάρους στον αέρα     

των βυθών τις ομορφιές.

 

Ούτ’ αρώματα από άνθη   

χορωδίες των πουλιών    

και η γη δίχως χορτάρι  

μαργαρίτες στον αγρό.

 

Να μην έχεις μιαν αγάπη     

που να γείρεις αγκαλιά      

να ‘ναι φίλες σου μονάχα      

μοναξιά και ερημιά.

 

Δες! λοιπόν τα μεγαλεία!  

πόσα θαύματα! κοντά     

ζήσε μες την ευτυχία      

μη πικραίνεσαι ξανά!

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 

Ξεπρόβαλε ο ήλιος την αυγή      

και γέννησε μια μέρα       

σα μάνα το παιδί της που κρατά      

πρώτη φορά στα χέρια.

 

Γοργά οι ώρες πέρασαν     

κι ήρθε το μεσημέρι    

όπως τα νιάτα έφυγαν    

πετώντας με τ’ αγέρι.

 

Απόγευμα με μοναξιά      

η μέρα μεγαλώνει       

τώρα η ωριμότητα      

τη πλάτη μας, κυρτώνει.

 

Η νύχτα έσβησε το φως     

το νόμο να κρατήσει      

και η ζωή μας καταγής

στο χώμα για ν’ ανθίσει.

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

 

Με «άρτoν και θεάματα»   

τον κόσμο κοροϊδεύουν      

και κάθε χρόνο  πιο πολύ     

τα ρούχα μας φαρδαίνουν.

 

Νυχθημερόν με το «κουτί»     

τη μάζα αποβλακώνουν    

για να ξεχνά πως σοβαρά       

προβλήματα τη λιώνουν.

 

Σαν τα αρνιά μες το μαντρί      

κλεισμένοι στα κελιά μας    

χάνουμε πια την επαφή     

ξεχνάμε τα έθιμά μας.

 

Κίνδυνος για τη γλώσσα μας   

και την παράδοσή μας   

κίνδυνος για την χώρα μας    

τον πλούτο που χει η γη μας.

 

Μόνο μας παίρνουν, μας πουλούν     

όλο ο φτωχός να δίνει      

κι όσο για μέλλον, του ζητούν   

γκαρσόνι τους να γίνει.

 

Μα δε μπορεί κάποια στιγμή     

ο κόσμος θα ορμήσει     

και θα φωνάξει όπως παλιά         

θ’ αστράψει, θα βροντήσει.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

 

Μαγνήτη έχεις θάλασσα    

σε όλες σου τις φάσεις    

και με γαλήνια τα νερά   

και όταν φουρτουνιάζεις.

 

Ή γαλανή ή πράσινη     

βαθύ το μπλε σαν μαύρο      

όλα σου πάνε θάλασσα   

το χρυσαφί στην άμμο.

 

Σειρήνες στους ωκεανούς    

τρελαίνουνε τους άντρες      

κι αυτοί αφήνουνε παιδιά     

γυναίκες και μανάδες.

 

Χιλιάδες χρόνια τους καλούν      

μες τα υγρά κρεβάτια     

για αλιεία των ψαριών     

και για μαργαριτάρια.

 

Σύνδεσμος όλων των λαών     

του ταξιδιού στοιχείο       

πηγή ζωής πολλών κρατών     

κι υγρό νεκροταφείο.

 

Εκατομμύρια ζωές    

χαθήκανε στα βάθη   

κι όμως δεν παύει να πλανά    

και μάγια να μας κάνει.

Η ΞΕΝΗΤΕΙΑ

 

Είναι γιορτή πρωτοχρονιάς    

και γω στα μαύρα ξένα       

μες το κλουβί της ερημιάς    

με φώτα όλα σβησμένα.

 

Κοιτάζω απ’ το παράθυρο 

οι δρόμοι στολισμένοι       

δώρα κρατούν περαστικοί     

ειν’ όλοι ευτυχισμένοι.

 

Μόνο εγώ θα μαρτυρώ   

σ’ αυτή την εξορία      

κι η μόνη μου παρηγοριά     

αυτή η φωτογραφία.

 

Η όμορφη εικόνα σου     

κρατάει το παιδί μας       

σαν Παναγιά, στα γόνατα     

ο κρίκος της ζωής μας.

 

Μου γράφει πάλι και πονώ     

διαβάζω και με λιώνει     

-μπαμπά μου πότε θα σε δω!   

ρωτά, και με σκοτώνει.

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΑΓΟΡΑΖΟΝΤΑΙ

 

Δυο φίλοι συζητούσανε    

στο διπλανό τραπέζι     

γι’ αξίες και ιδανικά     

ο χρόνος που τα παίρνει.

 

Για την τιμή που χάθηκε     

κι άλλη τιμή μετράει      

στην πλάτη ένας αριθμός   

όλα τα ξεπουλάει.

 

Όλα εξαργυρώνονται    

ψυχές και συνειδήσεις      

μόνο το χρήμα κυνηγούν 

τις φαύλες κατακτήσεις.

 

Οι άνθρωποι πλανήθηκαν    

γλυκιά είναι η κατηφόρα     

η αμαρτία εύκολη   

τραχιά η ανηφόρα.

 

Τι κρίμα! που συμφώνησα   

μαζί τους, πως λυπάμαι!  

ούτε που βλέπω αλλαγή    

στον κόσμο και φοβάμαι.

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

 

Πέρασα τα σύνορα της χώρας      

και αναρωτήθηκα γιατί;   

γιατί υπάρχουν και μας χωρίζουν    

δεν είμαστε όλοι μια φυλή.

 

Φυλή ανθρώπων με ίδια ρίζα    

είτε απ’ το σύμπαν ή απ΄ τη γη      

κάποιους συμφέρει αυτή η παγίδα       

για να μη ζούμε όλοι μαζί.

 

Ο στόχος είναι να κατευθύνουν    

και να ελέγχουν τις ζωές   

κι ο μόνος τρόπος να το πετύχουν     

είναι οι υπαίθριες φυλακές.

 

Βάζουν τις χώρες να πολεμάνε    

τάχα πως είναι οι εχθροί       

όπλα και σφαίρες να τους πουλάνε      

για να πλουτίζουνε πολλοί.

 

Γι’ αυτό υπάρχουν τα σύνορά μας   

για να σκοτώνονται οι λαοί      

κι όσοι ελπίζουν για την ειρήνη      

είναι μονάχα οι αφελείς.

ΜΙΑ ΧΑΡΗ ΖΗΤΩ

 

Θυμάμαι  πάντα με νοσταλγία    

τα χρόνια που ήμασταν μαζί      

το πάθος   η αγάπη μα και η ζήλια     

ήταν σφραγίδες μες τη ζωή.

 

Βουνό χρυσάφι άξιζαν τότε    

οι άγιες νύχτες οι φλογερές    

πως καταφέραμε και μας πετάξαν  

απ’ του παράδεισου τις καλλονές.

 

Ήταν αδύνατον ν’ αντισταθούμε 

η ειμαρμένη ήταν αυτή      

μακριά και χώρια εμείς να ζούμε   

μα η αγάπη μας παντοτινή.

 

Θέλω μια χάρη από τη μοίρα   

να επιτρέψει να ξαναρθώ   

κι από ψηλά να δω την Πόλη      

κι ας στάξει αίμα το δειλινό.

 

Κι όπως θα είμαστε αγκαλιασμένοι     

μπροστά στον ήλιο και στο Θεό     

οι δυο ψυχούλες να γίνουν γλάροι     

και να πετάξουνε στον ουρανό.

ΧΑΡΙΣΜΑ ΨΥΧΗΣ

 

Η ζωή μια αυταπάτη     

ουτοπία η αγάπη    

έρωτες πεζοί και φαύλοι     

αν δεν δώσεις και ψυχή.

 

Η ψυχή σε ανεβάζει  

ως το άπειρο σε πάει    

δωσ' την χάρισμα στο ταίρι   

καν'’ το φίλο αδελφό     

και συγχώρα τον εχθρό.

 

Τότε μόνο θα μπορέσεις     

τ’ ουρανού σκαλιά ν’ ανέβεις    

όταν πια θα έχει μπει   

το φθαρτό κορμί στη γη.

 

Η μετάλλαξη όταν γίνει    

εκεί πάντα για να ζήσεις     

τότε θα με θυμηθείς    

και στα λόγια μου θα ΄ρθεις.

ΜΗ ΜΕ ΑΦΗΝΕΙΣ

 

Ουρανέ εσύ που βλέπεις    

στείλε αγγέλους να τη βρουν   

να της πουν αν δε γυρίσει   

θα πεθάνω απ’ τους καημούς.

 

Τη γυναίκα που λατρεύω      

να μου φέρουνε κοντά      

να την κάνουν να ξεχάσει      

πως την πλήγωσα βαθιά.

 

Κι όρκο δίνω της τιμής μου  

πως δε θα παραφερθώ    

και ποτέ ξανά το δάκρυ    

θα σταλάξει το πικρό.

 

Σαν το ρόδο θα προσέχω 

μήπως και μου μαραθεί      

σαν πουλάκι φοβισμένο     

μην πετάξει και χαθεί.

 

Κι όταν γέροι πια κι οι δύο     

μες’ τη δύση της ζωής     

κάνε μας αυτή τη χάρη      

πάρε μας ψηλά, μαζί.

ΖΩ ΞΑΝΑ

 

Λατρεύω αυτή τη γειτονιά    

εδώ εσκίρτησε η καρδιά     

τι αθωότητα γλυκιά!    

ήμασταν τότε δυο  παιδιά.

 

Νιώθαμε ρίγος στο κορμί    

λαχτάρα, πόθο, ηδονή      

φτερούγες άνοιξε η ψυχή    

δύο μικροί, θεοί θνητοί!

 

Μέναμε στο παράδεισο      

κι ήσουν ο κόσμος όλος    

γλυκιά ανάσα και πνοή    

αγάπη μου και φως μου.

 

Είχα εσένα πλάι μου   

τίποτα δε ζητούσα   

η ύπαρξή σου αρκετή   

τα μάτια σου κοιτούσα.

 

Η ευτυχία προκαλεί 

και μας ζηλέψανε πολλοί    

μας χώρισαν,  μα τυπικά   

γιατί η αγάπη δεν ξεχνά.

 

Μένει για πάντα στην καρδιά   

τη φυλακίζει, την κρατά     

αιχμάλωτη, ως τα στερνά    

του βίου μας τα χρόνια.

 

Πάλι στην ίδια γειτονιά    

δεν ήταν τυχαίο     

να ξανασμίξουμε εμείς    

αυτό ήτανε μοιραίο.

ΣΠΑΝΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ

 

Πάρε φίλε την κιθάρα   

και θα φέρω το κρασί  

κι έλα πάμε με τη βάρκα   

στο απέναντι νησί.

 

Να σου δείξω για ποιο λόγο     

είμαι πάντα σκεφτικός    

που μεθάω κι όλο κλαίω   

και γυρνάω μοναχός.

 

Δεν ξανάδες τέτοια μάτια  

τέτοια σπάνια ομορφιά 

μια κοπέλα κυπαρίσσι    

που μαγεύει το ντουνιά.

 

Το μυαλό μου έχω χάσει       

απ’ τη πρώτη τη στιγμή   

που την είδα στ’ ακρογιάλι    

να περνά αγγελική.

 

Θέλω απόψε να της παίξεις    

μελωδία μαγική    

για να βγει στο παραθύρι    

σαν τον ήλιο την αυγή.

 

Κι αν αντέξεις τόση λάμψη    

δε σε κάψει η ματιά    

πήγαινε κοντά και πες της    

πως με λιώνει με πονά.

 

Αν θελήσει να με πάρει

γρήγορα να μου το πει     

αν γι’ άλλον, λαχταράει    

μες το μνήμα θα με δει.

Η ΦΩΤΙΑ

 

Βάση για τον πολιτισμό    

στ’ ανθρώπινο το είδος     

ήταν μια σπίθα της φωτιάς    

σταθμός για την υφήλιο.

 

Τους πρόσφερε τη ζεστασιά 

πυρρόχρωμη και θεία     

τους φώτιζε μες τη νυχτιά  

με θαλπωρή αγία.

 

Μας συγκλονίζει η θέα της     

το τζάκι όταν κοιτάμε   

μα γίνεται τρομαχτική  

καμένα όταν μετράμε.

 

Σ’ όλες τις φάσεις αν τη δεις   

είν’ η φωτιά μαγευτική    

απ’ τη ζεστή τη συντροφιά     

έως τη μαύρη πυρκαγιά.

 

Φωτιά γυναίκα θάλασσα 

τρεις ισχυρές δυνάμεις     

και όποιος τις υποτίμησε      

μαρτύρησε και πάει.